Οι αλύτρωτοι αδερφοί περιμένουν

Οι αλύτρωτοι αδερφοί περιμένουν

Περισσότερο από ένας αιώνας μας χωρίζει από την εποχή της καταστροφής, της γενοκτονίας, του ξεριζωμού και της προσφυγιάς που σημάδεψε τους Τραντέλληνες του Πόντου και όχι μόνο, τα έτη 1914-1923. Παρά το γεγονός ότι το 1994 η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε επίσημα και καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», χρειάστηκε πολύς χρόνος για να αντικρίσουμε κατάματα αυτή τη βαθιά εθνική τραγωδία. Δεν τολμήσαμε να εξετάσουμε σε βάθος τα αίτια που οδήγησαν στον αφανισμό τον ελληνισμό της τρισχιλιόχρονης Μικρασίας. Τη γενοκτονία αυτή μέχρι σήμερα αναγνωρίζουν μόνο τα κράτη της Κύπρου, Αρμενίας, Σουηδίας, Αυστρίας, Ολλανδίας, κάποιες περιοχές στη Ρωσία, στις ΗΠΑ, στον Καναδά, Νότια Αυστραλία και Νέα Νότια Ουαλία. Ο αριθμός τους είναι πολύ μικρότερος σε σχέση με τις χώρες που αναγνώρισαν τη γενοκτονία των ομοιοπαθών Αρμενίων, όπως για παράδειγμα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2015.

Η εξάρτηση της χώρας από τις Δυτικές δυνάμεις και η φοβική και υποτακτική στάση των κυβερνήσεων μετά το 1922 — και ιδιαίτερα μετά την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 1952 — οδήγησε σε αποσιώπηση ουσιαστικών ιστορικών και πολιτισμικών αναφορών στις αλησμόνητες πατρίδες του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Η Δύση, προσηλωμένη στα γεωοικονομικά της συμφέροντα και ειδικά στον έλεγχο των πετρελαϊκών πηγών, επιδίωκε μια ενιαία και σταθερή Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτό, η συλλογική μνήμη των προσφύγων για τις πατρογονικές τους εστίες, θεωρήθηκε απειλή για τη συνοχή του τουρκικού κράτους και καλλιεργήθηκαν τα γνωστά σε όλους μας ζεϊμπέκικα, κουμπαριές, κοινή συναυλία στην πράσινη γραμμή ανήμερα της επετείου με τους Σάκη/Μπουράκ και άλλα σημερινά προσχήματα της ελληνικής τουρκοφιλίας. Συνεργήσαμε εγκλωβισμένοι από την Πολιτεία και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της στην απαξίωση της ιστορίας μας. Δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην ιστορική μνήμη. Μόνο εκδηλώσεις μνημόσυνων, τελούσαμε και τελούμε. Οι νεκροί μας δεν έχουν ανάγκη από ένα απλό μνημόσυνο, αλλά από ένα διαρκή αγώνα διεκδίκησης της διεθνούς αναγνώρισης της γενοκτονίας και επιστροφής. Ενασχόληση με την ποντιακή παράδοση, αποκομμένη από τον παράλληλο αγώνα για την διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μικρασίας, είναι μουσειακή ψευδοπαράδοση. Και Μνήμη της Γενοκτονίας χωρίς διάθεση ανατροπής των αποτελεσμάτων της, είναι χωρίς αποτέλεσμα λιβάνι και επιβράβευση των Γενοκτόνων.

Αφαιρέθηκαν ολόκληρες σελίδες από την Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού. Σελίδες άλλοτε γεμάτες αίμα, όπως η Γενοκτονία με τα 350.000 θύματα και άλλοτε γεμάτες με δόξα, όπως το ένοπλο (αντάρτικο). αλλά και το πολιτικό κίνημα για την απελευθέρωση του Πόντου και την Ένωση του με την Ελλάδα στο διάστημα 1916-1922.

Διότι ο Πόντος δεν έπεσε αμαχητί… δεν εκχώρησαν την εθνική τους αξιοπρέπεια, υπερηφάνεια και κυριαρχία στον γνωστό επίδοξο επικυρίαρχο. Που είναι τα μνημεία στους αγωνιστές του Αντάρτικου για να μην ξεχνάμε τον αγώνα και τις θυσίες τους και να μάθουμε ποιους έχουμε προγόνους για να τους μοιάσουμε; Αντ’ αυτού καλλιεργούνται ψευδής πρότυπα και ψευδείς ιδέες μιας δήθεν αντίστασης…

Η μνήμη δεν ανήκει στο παρελθόν· είναι το θεμέλιο της σκέψης και η αρχή κάθε δημιουργίας. Η απώλειά της σηματοδοτεί το τελικό στάδιο της εθνικής παρακμής — ένα βήμα πριν τον συλλογικό αφανισμό. Έχουμε ιστορικό και ηθικό καθήκον να κρατούμε τη μνήμη ζωντανή, να ενστερνιστούμε το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ στην καθημερινότητα μας: για να μπορούμε να θυμόμαστε, να στοχαζόμαστε, και ενδεχομένως να βρούμε τρόπους να λευτερωθούμε. Η μνήμη δεν πεθαίνει — ούτε μπορεί να δολοφονηθεί.

Σε όσους έχουν λησμονήσει, ή σε εκείνους που πρόθυμα συμμορφώνονται με τις επιταγές των “ευρωπαϊκών οδηγιών”, αποδεχόμενοι την ήττα ως τετελεσμένο γεγονός, απαντάμε: αν πάψουμε να αγωνιζόμαστε, δεν θα υπάρξει ποτέ επόμενη μάχη.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από την αδιαφορία μπροστά στην τραγωδία — και καμία ταπείνωση δεν είναι μεγαλύτερη από την αδράνεια εκείνων που υπέφεραν ή που κληρονόμησαν τη μνήμη των θυμάτων. Οφείλουμε στους νεκρούς μας έναν όρκο: να μη σβήσουμε ποτέ από τη μνήμη μας τις φωνές των βρεφών, τις τελευταίες ανάσες των σφαγιασμένων, τους βιασμούς, τις πατημασιές εκείνων που σέρνονταν με δεμένα πόδια στο μεγάλο περίπατο, τα τάγματα εργασίας, τους πεινασμένους και βασανισμένους, το βλέμμα του αδούλωτου Πόντιου, και τις ρίζες που αρνούνται να ξεριζωθούν.

Ένα άλλο δοκιμαζόμενο και εν μέρει αλύτρωτο κομμάτι του Ελληνισμού με παράλληλη ιστορική διαδρομή είναι και η Κύπρος μας, όπου επειδή ο δράστης έμεινε ατιμώρητος τότε, επανέλαβε τα εγκλήματα του στην Κωνσταντινούπολη το 1955, στην Ίμβρο το 1964… στην Κύπρο το 1964,1967,1974 αλλά και το 1996 με τα Ίμια και τους Ισαάκ-Σολωμό.

” «Η Κύπρος έν ελλενικόν, εγροίκα το Αγγλία,

εμάς κι θέλτς να δίς ατό και δις α σην Τουρκίαν»,

τραγουδούσαν οι Πόντιοι πρόσφυγες το 1955, μαζί με άλλα πολλά δίστιχα για τον αγώνα των Κυπρίων αδελφών μας, γιατί πιστεύαμε σε κοινά ιδανικά και αξίες.”

Είπε ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Ομότιμος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Ας μην ξεχνάμε πως εδώ είμαστε 3-4 γενιές και πίσω μας, στον ΠΟΝΤΟ, στη Μ. ΑΣΙΑ, αφήσαμε νεκρούς 90 γενεών. Εδώ είμαστε λίγοι, ΕΚΕΙ είμαστε πολλοί….ΠΟΝΤΟΣ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Ανδρέας Σωτηρίου

Γενικός Οργανωτικός Γραμματέας Δ.Ε.Κ.

Related Posts
Leave a Reply

Your email address will not be published.Required fields are marked *